Και επειδή δεν είναι όλα φαγητό...

Εκτύπωση PDF

«...ο δυσανάγνωστος κατάλογος φαγητών ήταν ίδιος,

όπως ακριβώς σ' όλες τις ταβέρνες αυτού του τύπου

που περιλαμβάνει έναν περιορισμένο αριθμό από στερεότυπα φαγητά,

που ανάμεσά τους είναι δύσκολο να διαλέξεις,

αφού όλα του είναι κακόγουστα...»

Από «το αστείο» του Μίλαν Κούντερα

Θερμοπύλες

Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ από το χρέος μη κινούντες,

δίκαιοι κ' ίσιοι σ' όλες των τες πράξεις,

αλλά με λύπη κιόλας κ' ευσπλαχνία,

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν

είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε,

πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,

πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,

κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

Κ.Π.Καβάφης

Το πρώτο σκαλί

Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει

νάσαι υπερήφανος κ' ευτυχισμένος.

Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι,

τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.

Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο

πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.

Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο

πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι

πολίτης εκ των ιδεών την πόλι.

Κ.Π.Καβάφης

Ο Μάης του ψαρά

"...Έτρεξα μεσ' τα δικά μου

τα θαλασσινά λειβάδια

και της έστειλα μπουκέτο

από ολόφρεσκα στειράδια.

Ο ψαράς έχει τη χάρι,

μόνο ο ψαράς να φτιάνει

την ολόπαχη μαρίδα

πεταλλάκι μια φορά,

να το ψένει και να στάζει

κι η φωτιά να λαμπαδιάζει

σαν καρδιά οπού την κάνει

μια ματιά να λαχταρά.

Στο πετάλι είναι κρυμμένα,

χίλια γλέντια, χίλια κάλλη

κι είναι αθάνατο νεράκι

το κρασί με το πετάλι".

Κωστής Παλαμάς



Ο φιλόπατρις

...Μοσχοβολάει το κλίμα σου

Ώ φίλτατη πατρίς μου

Και πλουτίζει το πέλαγος

Από την μυρωδίαν

Των χρυσών κίτρων.

Σταφυλοφόρους ρίζας

Ελαφρά, καθαρά,

Διαφανή τα σύννεφα

Ο βασιλεύς σου εχάρισε

Των Αθανάτων

Η λαμπάς η αιώνιος

Σου βρέχει την ημέραν

Τους καρπούς, και τα δάκρυα

Γίνονται της νυκτός

Εις εσέ κρίνοι...

Ανδρέας Κάλβος

Μάρτιαι ειδοί

Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ώ ψυχή,

και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις

αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις

να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,

τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.

Κ.Π.Καβάφης

«Και σύντας τα μεριά αποκάηκαν και γεύτηκαν τα σπλάχνα

λιανίσαν τ' άλλα και τα πέρασαν στις σούβλες και τα ψήναν

τις ακρομύτικες στα χέρια τους ανεβαστώντας σούβλες

[...]

Τ' απανωψάχνια μόλις ψήθηκαν κι απ' τη φωτιά τα σύραν,

Κάτσαν και τρώγαν, κι αρχοντόπουλα πετιόνταν κάθε τόσο

Και παίρναν το κρασί, σε ολόχρυσα ποτήρια να κεράσουν»

Ομήρου «Οδύσσεια»



«Το συμπόσιο, η κοινωνική εστίαση

με κανόνες κοινωνικούς, θρησκευτικούς, εθιμοτυπικούς,

εκφράζει την ελληνική συνήθεια της επικοινωνίας και συναναστροφής

που δεν έχει μόνο στόχο τον κορεσμό της πείνας.»

Αικατερίνη Καμηλάκη

διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας

της Ακαδημίας Αθηνών

«Οι άνθρωποι που δεν συνεστιάζονται, γύρω από το κοινό τραπέζι,

είναι άνθρωποι που έχασαν την συνήθεια της επικοινωνίας του λόγου,

της ανταλλαγής ιδεών και απόψεων.

Είναι άνθρωποι που διολισθαίνουν προς την βαρβαρότητα.»

Κυριάκος Κορόβηλας

Δημοσιογράφος

«...Αλλ' όταν από το μακρινό παρελθόν τίποτα πια δε μένει,

μετά το θάνατο των υπάρξεων,

μετά την καταστροφή των πραγμάτων,

μόνες, λεπτότερες, αλλά και πιο έντονες, πιο άυλες,

πιο επίμονες, πιο πιστές,

η όσφρηση και η γεύση

μένουν ακόμα για καιρό πλανώμενες στον αέρα,

σαν τις ψυχές,

και θυμούνται καρτερικά,

περιμένουν κι ολοένα ελπίζουν,

όταν όλα γκρεμίζονται γύρω τους,

και δίχως το φόβο ότι ποτέ θα λυγίσουν,

μπορεί έτσι να στηριχθεί επάνω τους,

επάνω στην άψαυστη σχεδόν μικρή σταλαγματιά της καθεμιάς,

το οικοδόμημα της μνήμης»

Μαρσέλ Προύστ

«Σε αναζήτηση του χαμένου χρόνου»

Ιθάκη

... Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξίδι.

Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.

’λλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική τη βρείς, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.

Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες, οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

Κ.Π.Καβάφης



Η συνοδεία του Διονύσου

...Ο θεός με θεσπεσία

δόξαν εμπρός, με δύναμι στο βάδισμά του.

Ο ’κρατος πίσω. Στο πλάγι του ’κρατου

η Μέθη χύνει στους Σάτυρους το κρασί

από αμφορέα που τον στέφουνε κισσοί.

Κοντά των ο Ηδύοινος ο μαλθακός.

Τα μάτια του μισόκλειστα, υπνωτικός.

Και παρακάτω έρχοντ' οι τραγουδισταί

Μόλπος κ' Ηδυμελής, κι ο Κώμος που ποτέ

να σβήσει δεν αφήνει της πορείας την σεπτή

λαμπάδα που βαστά, και σεμνοτάτη, η Τελετή...

Κ.Π.Καβάφης

Ο άνθρωπος και το κρασί

Ολότελα δε μοιάζουν.

Ο άνθρωπος όταν γερνά

Όλο και ασχημίζει,

Ενώ με πάθος ψάχνουμε

Το πιο παλιό κρασάκι.

Στο τέλος όταν πιάσετε

να πιείτε το γεμάτο

που όλοι το ονομάζουμε

του Δία του σωτήρα,

τότε θα πρέπει πάντοτε

παλιό κρασί να πίνετε,

από τα χρόνια ξάστερο

λαγαρισμένο κι άσπρο

και που φορεί ψηλά - ψηλά

χαίτη υγρή από αφρούς

σαν τα λευκά λουλούδια...

Αρχέστρατος

Τειρεσίας :

Δύο είναι, νεαρέ μου,

τα πρώτα αγαθά για τους ανθρώπους: η θεά Δήμητρα '

η γη τουτέστιν, όπως σ' αρέσει μπορείς και να την προσφωνείς.

Αυτή τρέφει τους ανθρώπους με στερεά τροφή.

Ο γόνος της Σεμέλης ήλθε αργότερα, αλλά ισάξια η προσφορά του:

Του βότρυος το νάμα εφεύρεση κι εισαγωγή δική του

στην κοινωνία των ανθρώπων. Διώχνει τη λύπη από τους ταλαίπωρους

θνητούς, όταν τα σωθικά τους πλημμυρίσει της αμπέλου

φέρνει τον ύπνο, στη λήθη ρίχνει τις πίκρες της ημέρας,

φάρμακο άλλο για τις δυστυχίες δεν υπάρχει της ζωής.

Θεός είναι ο οίνος και στους θεούς προσφέρεται σπονδή

ώστε αυτός διασφαλίζει τα αγαθά στους ανθρώπους.

Βάκχαι 274-285

Ευριπίδης (485 ή 480-406 π.Χ.)

Αυτή μπροστά τους γαλαζόποδο, πανώριο, τορνεμένο

τραπέζι πρώτα απίθωσε, και απάνω του ακουμπούσε

κανίστρι χάλκινο, και μέσα του κρομμύδι για προσφάγι,

να πίνουν, μέλι ακόμα ολόξανθο και κρίθινο άγιο αλεύρι

στερνά την ώρια κούπα, ο γέροντας που 'χε απ' την Πύλο φέρει

την πλουμισμένη με χρυσόκαρφα, και τέσσερα την ζώνουν

αφτιά, σε κάθε αφτί δεξόζερβα χρυσά βοσκολογούσαν

δυο περιστέρια, και από κάτω της διπλοί βρισκόταν πάτοι.

Γεμάτη αν ήταν, άλλος δύσκολα να την κουνήσει μπόρειε,

μα ο γέρος Νέστορας ανέκοπα την έφερνε στα χείλια.

Εκεί συγκέρασε η θεόμορφη γυναίκα τότε πρώτα

κρασί απ' την Πράμνο, ξύνει μέσα του με τη χαλκένια ξύστρα

τυρί γιδίσιο, και πασπάλισε κριθάλευρο από πάνω,

και το πιοτό σαν αποτέλειωσε, τους κάλεσε να πιούνε.

Ομήρου Ιλιάδα Λ 628-641

Μτφρ. Ν. Καζαντζάκης-Ι.Θ.Κακριδής

Είναι υπηρέτης το κρασί στου έρωτα τα παιγνίδια

Γι' αυτό λοιπόν και λέγεται γάλα της αφροδίτης.

Δυο 'ναι της γης τα πράγματα που δύσκολα νικούνται,

Ο γιός του Δία ο Διόνυσος, της Αφροδίτης ο έρως.

Οίνος τοι χαρίεντι πέλει ταχύς ίππος αοιδώ,

το ύδωρ δε πίνων ουδέν αν τέκοις σοφόν.

(Ο οίνος είναι για τον αισθαντικό ποιητή ο ταχύς ίππος,

νερό αν πίνεις, τίποτε βαθυστόχαστο δεν θα συνθέσεις)

Νικαίνετος Σάμιος (3ος αιώνας π.Χ.)

Εν κυάθω τον έρωτα τίνος χάριν; Αρκετόν οίνω

αίθεσθαι καρδίην. Μη πυρί πυρ έπαγε.

(Ο έρως χαραγμένος στο ποτήρι, μα γιατί; Αρκεί το κρασί

για να φλογίσει την καρδιά. Μη φέρνεις στη φωτιά κι άλλη φωτιά

Οινόμαος (1ος αιώνας μ.Χ.)



Ποτήρι, ποτηράκι μου

Γεωγραφική ιστορία (γρ. 1781)

Ποτήρι, ποτηράκι μου, πέντε φορές ποτήρι!

καθήμενοι στο καπηλειό ή έξω στο τσαΐρι

οι μεθυσταί, βαστώντας το, φωνάζουν, τραγουδούσι

με μια μεγάλη τους χαρά, όπου θαρρείς πετούσι.

Βιβλίον μου, βιβλίον μου, δέκα φορές βιβλίον!

καθήμενος εις το κελλί ή και εις το σχολείον,

εγώ δε και βαστώντας το μεγαλοφώνως κράζω,

και τον θεόν μου δι' αυτό ευχαριστώ δοξάζω'

διότι το ποτήριον μεθά και ατιμάζει,

και να λαλεί τον πίνοντα πάλιν τον αναγκάζει,

πλην με τα τοιχοκρούσματα και με μεγάλον ήχον,

εγώ σε πινω για καλό, και συ με πας στον τοίχο!

EAST COKER

Στην αρχή μου είναι το τέλος μου. Διαδοχικά

Σπίτια σηκώνονται και πέφτουν, σωριάζονται, απλώνονται,

Χάνονται, ρημάζονται, ξαναγίνονται, ή στη θέση τους

Μένει μια αλάνα, ή ένα εργοστάσιο, ή μια παρακαμπτήρια.

Πέτρα παλιά σε καινούρια οικοδομή, παλιά ξυλεία σε καινούργιες φωτιές,

Παλιές φωτιές σε στάχτες, και στάχτες στη γη

Που είναι κιόλας σάρκα, τρίχωμα και κόπρανα,

Κόκαλο ζώου και ανθρώπου, κοτσάνι αραποσιτιού και φύλλο.

Τα σπίτια ζούνε και πεθαίνουν: υπάρχει ένας καιρός να χτίζεις

Κι ένας καιρός να ζεις και να γεννάς

Κι ένας καιρός για τον άνεμο να σπάζει το χαλαρό τζάμι

Και να τραντάζει τον ξυλότοιχο όπου τροχάζει ο αρουραίος

Και να τραντάζει το κουρελιασμένο χαλί του τοίχου που είναι φασμένο

μ' ένα σιωπηλό ρητό.

[...]     

Η αυγή ξεμυτίζει, κι άλλη μια μέρα

Ετοιμάζεται για ζέστη και σιωπή.

Έξω στη θάλασσα ο αυγινός άνεμος

Ρυτιδώνει και γλιστρά. Εγώ είμαι εδώ

Ή εκεί, ή κάπου αλλού. Στην αρχή μου.

T. S. ELIOT

flag_en